Δεν ήταν λοιπόν παράδοξο που λίγες μέρες μετά την
έναρξη της κατοχής επιβλήθηκαν σταθερές τιμές
πώλησης σε όλα τα είδη διατροφής (εκτός από κάποια
τρόφιμα πολυτελείας), αλλά και σε δεκάδες άλλα είδη
που θεωρήθηκαν αναγκαία για τις βιοτικές ανάγκες ή
τη βιομηχανία, από τις πετσέτες και τις κουβέρτες μέχρι
την άσφαλτο και τον υδράργυρο. Τα είδη που
εξαιρέθηκαν ήταν αυτά για τα οποία έβγαινε ήδη δελτίο
τιμών και τα οπωρολαχανικά για τα οποία επρόκειτο
να βγει δελτίο τιμών, ενώ υπήρχε και μια γενική
πρόβλεψη που έδινε τη δυνατότητα εξαιρέσεων για
όποια είδη αποφάσιζε η κυβέρνηση. Οι τιμές τους θα
ήταν αυτές που ίσχυαν στις 10 Απριλίου 1941. Το
αποτέλεσμα αυτής της απόφασης, σύμφωνα με τη
μαρτυρία του Γιώργου Παππά, ήταν να εξαφανιστούν
από την αγορά τα τρόφιμα και τα άλλα είδη που
διατιμήθηκαν.
Εντούτοις, για να λειτουργήσει η διατίμηση σε
ένα σύστημα όπου τα σημεία διανομής, δηλαδή τα
καταστήματα, παρέμεναν ιδιωτικά, έπρεπε να μπορεί
να εξασφαλίσει στους εμπόρους κέρδος και, μάλιστα,
αυτό το κέρδος να είναι κοντά στο μέσο κέρδος το
οποίο θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν αν πουλούσαν
τα εμπορεύματά τους εκτός διατίμησης. Για να γίνει
αυτό, θα έπρεπε να υπάρχει επάρκεια προϊόντων, κάτι
που, όπως είδαμε, έπαψε να συμβαίνει από πολύ νωρίς.
Γι’ αυτό και από τις πρώτες μέρες της κατοχής η
έλλειψη προϊόντων έκανε την εφαρμογή της διατίμησης
αδύνατη ή έσπρωχνε τα προϊόντα προς τη μαύρη αγορά.