Τί ρόλο θα μπορούσε να παίξει ένα βιβλίο για τον διατροφικό πολιτισμό και την παραδοσιακή κουζίνα της Πάρου, σε μια κοινωνία της αφθονίας, όπου στο νησί βρίσκει κανείς όλα τα αγαθά του κόσμου, με τα εστιατόρια να κατακλύζονται από εδέσματα όλων των εθνικοτήτων και τύπων μαγειρικής; Ποιά θα μπορούσε να είναι η σκοπιμότητα της γνωριμίας της παραδοσιακής κουζίνας ενός νησιού, που ψάχνει να βρει την ταυτότητά του μέσα στην παραζάλη της ανάπτυξης και των κοσμοπολίτικων προσανατολισμών; Κάποιοι μπορεί να δουν το βιβλίο ως μια ρομαντική επιστροφή σ’ ένα παρελθόν που πέρασε ανεπιστρεπτί, αλλά εγώ ισχυρίζομαι ότι για μια εκτόξευση στο μέλλον είναι αναγκαία η μελέτη του παρελθόντος, η άντληση της γνώσης από τη σοφία και τις αξίες του. Έτσι, έχοντας συγκεντρώσει ένα υλικό που προσπάθησα να χωρέσω σε 300 σελίδες με περιγραφές, καταγραφές, αφηγήσεις, ιστορίες και συνταγές, επιχείρησα να τεκμηριώσω την άποψή μου και αισιοδοξώ ότι τα κατάφερα. Γιατί πιστεύω ότι η γαστρονομία -εκτός του στενού γαστρονομικού ενδιαφέροντος- είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για να γνωρίσει κανείς την αυθεντικότητα και τα "δαιμόνια” ενός τόπου, την ομορφιά των τοπίων του, το ήθος και της αξίες των ανθρώπων του, να αποθησαυρίσει έντονες εμπειρίες και αξέχαστα βιώματα. Γιατί η γαστρονομία ταυτίζεται με τον πολιτισμό της καθημερινότητας, παραμένοντας έτσι ο καλύτερος τρόπος για να διεισδύσει κανείς στην καρδιά ενός προορισμού, που είναι το προνομιακό πεδίο του τουρισμού εμπειρίας και του ποιοτικού τουρισμού….
….Πρωτογνώρισα την Πάρο, φοιτητής, καλοκαίρι του 1974, και από τότε δεν σταμάτησα ούτε ένα χρόνο να την επισκέπτομαι, συμπληρώνοντας 50 χρόνια στο νησί. Από την πρώτη στιγμή μαγεύτηκα από την ομορφιά της, την ευγένεια και καλοσύνη των ανθρώπων της. Γνώρισα το νησί την εποχή της αθωότητας, τότε που ο τουρισμός έκανε τα πρώτα του βήματα, όταν ο καπετάν Λινάρδος, ο καπετάνιος θρύλος της Νάουσας, με τη γυμνή πατούσα του συνέθλιπτε τις τραγάνες και τα υπόλοιπα των αχινών, μην τυχόν και μπουν στα πόδια των ξυπόλητων τουριστών του λιμανιού. Όταν οι νοικοκυρές σε φιλοξενούσαν και σου πρόσφεραν να φας 2 αυγά μάτια και ταυτόχρονα σου άνοιγαν τα μάτια σ’ έναν άγνωστο κόσμο….
….Στα πενήντα αυτά χρόνια συντελέστηκαν κοσμοϊστορικές αλλαγές στην οικουμένη και στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία του τουρισμού, όσο και στην ίδια την Πάρο, που κι αυτή, ως αποδέκτης όλων των νέων οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων, είδε τη φυσιογνωμία της να αλλάζει. Η Πάρος εξελίχτηκε σ’ έναν περιζήτητο τουριστικό τουρισμό και η ανάπτυξή της ήταν ραγδαία. … Ο υπερτουρισμός είναι ένα εφιαλτικό σενάριο, το οποίο ωστόσο μπορεί και πρέπει να αποφευχθεί. Η εποχή της αθωότητας για την Πάρο πέρασε ανεπιστρεπτί, το φιλότιμο και η φιλοξενία πρέπει να συμπληρωθούν με τον επαγγελματισμό και με ένα όραμα βιώσιμης και αειφόρου ανάπυξης. Ποτέ ένας τόπος δεν θα μπορέσει να διαφυλάξει τα αγαθά του εάν δεν υπάρχουν οι πολίτες που θα νοιαστούν και θα δίνουν έναν διαρκή αγώνα για να τα διατηρήσουν. Η θέση μου πάντα για το νησί ήταν αισιόδοξη, όσο και για την Ελλάδα. Απέναντι στις δυστοπικές θεωρίες για το μέλλον των νησιών, που εξαρτώνται από τον τουρισμό –και που δεν είναι σε κάποιο βαθμό αβάσιμες– η σθεναρή ανάδειξη της πολιτισμικής ταυτότητας του νησιού, η σύνδεση του τουρισμού με τον πολιτισμό και τον διατροφικό τομέα και ο προσανατολισμός σε ποιοτικό τουρισμό και ποιότητα ζωής, είναι προτάσεις που δίνουν ένα πειστικό όραμα. Εύχομαι το βιβλίο μου να βάλει ένα πετραδάκι προς αυτή την κατεύθυνση.