Η Λίντα Μπ. είναι μια όμορφη δεκαοχτάχρονη Αλβανίδα, της οποίας το μεγαλύτερο όνειρο είναι να βρεθεί στα Τίρανα και να γνωρίσει το ίνδαλμά της, τον θεατρικό συγγραφέα Ρουντιάν Στέφα. Ωστόσο αυτό το τόσο απλό όνειρο είναι για κείνη ακατόρθωτο, καθώς ένας νόμος του κομμουνιστικού καθεστώτος της απαγορεύει τη μετακίνηση μέσα στην ίδια της την πατρίδα λόγω του παρελθόντος του πατέρα της. Το νήμα της ζωής της θα κοπεί αιφνιδιαστικά, και το μυστήριο που καλύπτει τον χαμό της θα κληθούν να λύσουν η αινιγματική φίλη της Μιγκένα και ο Ρουντιάν, οι οποίοι θα παγιδευτούν σ' έναν ιστό αβάσταχτης προδοσίας και ανεκπλήρωτης λαχτάρας.
Πλέκοντας τον αρχαίο μύθο του Ορφέα με το οδυνηρό κεφάλαιο της πρόσφατης αλβανικής ιστορίας κατά το οποίο η ελευθερία ήταν άπιαστο όνειρο και όχι αναφαίρετο δικαίωμα του ανθρώπου, ο Κανταρέ τοποθετεί τον πρωταγωνιστή του μυθιστορήματός του να ταξιδεύει στα σύνορα της ζωής και του θανάτου αναζητώντας τη δική του Ευρυδίκη. Πόσο μακριά όμως είναι διατεθειμένος να φτάσει;
"Μια από τις σημαντικότερες λογοτεχνικές φωνές της εποχής μας".
("Metro")
Το ύφος του διηγήματος είναι νεφελώδες, η ιστορία ασαφής με συνεχή μπρος-πίσω στον χρόνο. Οι χαρακτήρες δεν αναγνωρίζονται εύκολα πράγμα που κάνει την υπόθεση δυσνόητη. Ολόκληρο το κείμενο έχει συνεχή ξεσπάσματα κακίας κατά της λαϊκής εξουσίας και των κομμουνιστών και πιθανότατα για αυτό απέκτησε αναγνώριση στην Δύση. Ακόμα και στο μπερδεμένο, παρεμβαλλόμενο θεατρικό με θέμα την έρευνα για κάποιον φόνο. Εκεί παρουσιάζει σαν κύριο κίνητρο αριστερών Γιουγκοσλάβων ανταρτών (το μεγαλύτερο αντάρτικο κίνημα κατά των Γερμανών στην Ευρώπη και από παλιά ανταγωνιστών των Αλβανών) για την δίκη και την εκτέλεση κάποιου, απλώς την «μαύρη ζήλια».
Ωστόσο, οι θρηνωδίες του Κανταρέ για το καθεστώς του πρώην βασιλιά Ζέγκου είναι γελοίες. Δεν αφορούν κανένα λαϊκό ήρωα. Είναι ένας γόνος Οθωμανών κοτζαμπάσηδων που εκμεταλλεύτηκε τους Βαλκανικού πολέμους για να γίνει αρχηγός του κράτους, αυτοανακυρήχθηκε βασιλιάς (χωρίς να αναγνωριστεί από καμία κυβέρνηση της Ευρώπης) και κυβέρνησε δικτατορικά σχεδόν σαν αρχηγός συμμορίας μέχρι την εκδίωξή του από τους Ιταλούς το 1939. Αυτά δεν εμποδίζουν τον συγγραφέα να γράψει για τους κομμουνιστές ότι τα «ανακριτικά γραφεία έσταζαν αίμα» ενώ παρομοιάζει την δικτατορία του προλεταριάτου με τον «καρκίνο». Προφανώς σε σύγκριση με το προηγούμενο αγγελικό καθεστώς. Γράφει ότι «οι χειροπέδες είναι δικές σας, εμείς τα όνειρα έχουμε»! Δεν ξέρει τίποτα για τους αιώνες με τις αλυσίδες, τις κρεμάλες, τα βασανιστήρια και τις εκτελέσεις. Για τα κλουβιά, τις φυλακές, τα υπόγεια των μεγάρων, των πύργων των αρχόντων, των συγγενών του βασιλιά, των «ευγενών», των επικυρίαρχων Τούρκων. Εκτός αν αυτά ακριβώς είναι τα «όνειρα που έχει» και ο ίδιος ο συγγραφέας. Στενοχωριέται για τα χαμένα «παλάτια του βασιλιά και των πριγκιπισσών». Θέλει να λυπηθούμε την Λίντα που «της είχαν υφαρπάξει το σπίτι, τα κτήματα, τα κοσμήματα» και θα μπορούσε να καταλήξει «δασκάλα δημοτικού» (!) ή ακόμα χειρότερα «αρμέχτρα συνεταιρισμού» (!). Τι υποβιβασμός, και μάλιστα χωρίς κοσμήματα !
Το βιβλίο είναι τελικά ένα από τα πιο κακογραμμένα, στρατευμένα αντικομμουνιστικά κείμενα που κυκλοφόρησαν χωρίς κανένα άξιο λόγου λογοτεχνικό περιεχόμενο.