Παστρικές έλεγαν τις Μικρασιάτισσες οι Αθηναίοι. Τις λογάριαζαν κάτι λιγότερο από πόρνες και τις θεωρούσαν μιαρές γιατί έκαναν μπάνιο συχνά, ενώ με την παιδεία, την ομορφιά, την πολυγλωσσία, την άποψη, την κοκεταρία, την τσαχπινιά, την καθαριότητα, τον γελαστό και αλέγρο χαρακτήρα τους κατακτούσαν τους άντρες στην πρωτεύουσα. Μας κλέβουν τους άντρες! έσκουζαν οι ντόπιες Αθηναίες.
Όταν η νεαρή προσφυγοπούλα από το Αϊδίνι της Μικράς Ασίας Ρόη συναντά για πρώτη φορά τη σαραντάχρονη Μαρίκα από τη Σμύρνη, δεν μπορεί να φανταστεί ότι θα γεννηθεί μεταξύ τους μια αδιατάρακτη φιλία, απ’ αυτές που σφραγίζουν μια ολόκληρη ζωή. Η Ρόη, με τα φλογάτα μαλλιά και τη μελωδική φωνή της, θα κατακτήσει σιγά σιγά το πάλκο και θα βρει τον έρωτα στο πρόσωπο του όμορφου και αρρενωπού Άγη. Μια επιπολαιότητά του με βαριές συνέπειες θα τους χωρίσει και η Ρόη θα πάρει τη μοιραία απόφαση να φύγει για τη Νέα Υόρκη, όπου ζει ο αδελφός του πατέρα της, αποφασισμένη να μην επιστρέψει ποτέ. Αλλά όταν κινδυνεύσει ο άντρας της Μαρίκας, ο υπέροχος Ματθαίος, θα γυρίσει στην πατρίδα να της συμπαρασταθεί. Και στον δρόμο της θα βρεθεί και πάλι ο Άγης…
Ένα μυθιστόρημα για τις πληγές της προσφυγιάς, τις προκαταλήψεις μιας κοινωνίας που αλλάζει, αλλά και τη δύναμη του έρωτα και κυρίως την ακατάλυτη αξία της φιλίας.