«Και τι πειράζει που δε θέλει η αδερφή σου να έρθει;» είχε πει η Ελπίδα εκείνο το απόγευμα κι ο Σπύρος συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι. «Έτσι κι αλλιώς, τον δρόμο τον ξέρεις, δεν τον ξέρεις;»
Τον ήξερα, αλλά…
«Οπότε θα είσαι η οδηγός μας» πανηγύρισε η φίλη μου και το στομάχι μου σφίχτηκε. Εγώ ποτέ δεν ήμουν οδηγός κανενός. Μια ζωή οι άλλοι οδηγούσαν εμένα – η μαμά, η γιαγιά, η Έλλη.
«Εντάξει» είπα άκεφα και πήρα πρώτη το μονοπάτι.
Δειλά, διστακτικά.
Θα πάμε ως την κορυφή του λόφου, είπα μέσα μου. Και μετά θα γυρίσουμε στο Γαλάζιο Ακρογιάλι.
Η μέτρια Άννα και η χαρισματική Έλλη. Η μαμά, που όλο τρέχει να προλάβει. Η Μελίνα, που τα πάντα τής φταίνε. Το σπιτάκι με την πράσινη πόρτα. Ο γκρινιάρης Ηλίας και η πολυταξιδεμένη Ελπίδα. Η Μυστική Παραλία. Ο φοβητσιάρης Σπύρος και η ατρόμητη Χριστίνα. Το αυτοκίνητο-καρχαρίας κι ο Πύργος των Καταιγίδων. Ο παράξενος κύριος Θόδωρος και το κόκκινο βαρκάκι του. Ο Όρμος των Πειρατών. Ένα μυστήριο – μπορεί και δυο. Και τρεις μήνες που θ’ αποδείξουν στην Άννα πως τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο– ακόμα κι αν έχεις για μοναδική σου περιουσία μισό σύννεφο στην τσέπη.