«Οι συνήθως αθέατες, ενίοτε δραματικές, ιδεολογικές συγκρούσεις σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, έχουν πάντα κάτι το συναρπαστικό. Η φράση του Λένιν που διάλεξα για μότο του βιβλίου εκφράζει στο συμβολικό επίπεδο τη διπλή στράτευσή μου, από τη μια σε ένα πολιτικό κίνημα κι από την άλλη στον επιστημονικό κλάδο που, μετά από αρκετές αμφιταλαντεύσεις, αποφάσισα να υπηρετήσω: “Πόσο συναρπαστικό είναι το πεδίο της ιστορίας της τέχνης! Πόση δουλειά υπάρχει εδώ για ένα μαρξιστή!”
Η πολιτική κυριαρχεί ακόμα και στον επιθετικό τίτλο που επέλεξα. Η απόπειρα, η ιστορία της τέχνης να “προσγειωθεί στην κοινωνία”, συνδέοντάς τη, έστω και μόνο με ένα “και”, με την πάλη των τάξεων, τα συλλογικά ιδανικά τους και τους αγώνες τους, είχε κάτι το προκλητικό. Στο μυαλό πολλών φιλότεχνων και μόνο το γεγονός της λεκτικής σύνδεσης ισοδυναμούσε με την απογύμνωση της τέχνης από κάθε αύρα. Ο τίτλος αποδείχτηκε ενοχλητικός και για άλλους. Μερικοί εκδότες τον άλλαξαν χωρίς να ζητήσουν την άδειά μου: στην πορτογαλική έκδοση ο τίτλος έγινε Ιστορία της τέχνης και κοινωνικά κινήματα και στην ολλανδική Ιστορία της τέχνης και ιδεολογία.» (Απόσπασμα από το προλογικό κείμενο του συγγραφέα στην ελληνική έκδοση, «Μια ανάγνωση, 50 χρόνια αργότερα»)
«Πώς αντιμετωπίζεις ένα κείμενο, κάτι ανάμεσα σε απολογισμό μιας μαθητείας και σε εκκαθάριση λογαριασμών με μια επιστημονική παράδοση που σε διαμόρφωσε, το οποίο δημοσίευσες στη Γαλλία πριν από 52 χρόνια, και δεν έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά; Μπορείς να αφήνεις μερικά αντίτυπα της γαλλικής έκδοσης στα ράφια της βιβλιοθήκης σου και να θεωρείς το θέμα τελειωμένο, όταν η στράτευση σε ιδέες, πολιτικές και επιστημονικές, συνεχίζεται; Το βιβλίο πήρε μόνο του τον δρόμο του και άρχισε να μεταφράζεται σε άλλες γλώσσες. Ελληνικά όμως; Επί δικτατορίας, φοιτητές του Πολυτεχνείου έκαναν μια μετάφραση που κυκλοφόρησε πολυγραφημένη. Στην αρχή της Μεταπολίτευσης, οι εκδόσεις “Γράμματα” είχαν καπαρώσει τα δικαιώματα από τον Μασπερό για την έκδοση στα ελληνικά αλλά η μετάφραση ήταν προβληματική και το σταμάτησα. Ήμασταν ακόμα στο Παρίσι. Πέρασαν χρόνια από τότε και δεν μπόρεσα να ασχοληθώ. Όταν μερικοί φίλοι, σχετικά πρόσφατα, άρχισαν να συνηγορούν υπέρ της μετάφρασης και δημοσίευσης στην Ελλάδα, και μάλιστα με το επιχείρημα πως, ύστερα από τόσα χρόνια, το βιβλίο ήταν πια ένα απλό ντοκουμέντο, ανεξάρτητο από μένα, η ιδέα μου άρεσε. “Ντοκουμέντο μιας εποχής” είναι αναμφισβήτητα, και μάλιστα περισσότερων πραγμάτων, “καλών και κακών” που λέει και η Μπερλίνα, τα οποία όμως δεν μπορούν να συζητηθούν στο πλαίσιο ενός εκδοτικού σημειώματος. Η πρωτοβουλία μιας ομάδας Βραζιλιάνων κομμουνιστών καλλιτεχνών στο Σάο Πάολο, που έβγαλαν την μπροσούρα στα βραζιλιάνικα πορτογαλικά το 2024, οριστικοποίησε την απόφασή μου να κάνω το βήμα.» (Απόσπασμα από το Εκδοτικό σημείωμα του συγγραφέα στην ελληνική έκδοση)
«Το παρόν βιβλίο είναι αφιερωμένο στη μελέτη των παραλλαγών της αστικής ιδεολογίας της τέχνης στον βαθμό που αυτές συγκρότησαν, στην πράξη, τoν επιστημονικό κλάδο κοινώς γνωστό ως “ιστορία της τέχνης”. Διότι, το ζήτημα είναι να μη χάσουμε από το πεδίο της αντίληψής μας ότι όλα αυτά τα δέντρα ανήκουν στο ίδιο δάσος. Βεβαίως, η αστική τάξη εξελίσσεται. Ακόμα και σε καιρούς πλήρους στασιμότητας. Και η ιδεολογία της εξελίσσεται μαζί με αυτήν. Αλλάζει μορφή, οι παραλλαγές της βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους διαδεχόμενες η μια την άλλη, χωρίς ωστόσο να παύουν να αποτελούν διαφορετικές εκδοχές της.
Πρόκειται για ένα κείμενο πολεμικού και προγραμματικού χαρακτήρα για την επιστήμη της ιστορίας της τέχνης, για ένα κείμενο θεωρητικό στον βαθμό που το περιεχόμενό του δεν αφορά έναν καλλιτέχνη ή μια ιστορική περίοδο, αλλά την ίδια την ιστορία της τέχνης στη γενικότητά της. Φυσικά, κάθε κείμενο που δεν είναι ιστορική μελέτη, δεν είναι απαραιτήτως και κείμενο θεωρητικό. Επιπλέον, δεδομένου ότι η προβληματική που υποβαστάζει αυτή την εργασία είναι εμπνευσμένη, έως και στις παραμικρές της λεπτομέρειες, από ορισμένες πρόσφατες δημοσιεύσεις που αφορούν τον μαρξισμό, δικαίως θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί κατά πόσο δεν πρόκειται απλώς για μια επανάληψη των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξαν άλλοι.
Ακόμα και σε μια τέτοια περίπτωση, η παρούσα εργασία βρίσκει την αναγκαιότητα και την πιο σαφή δικαιολόγησή της στη βαθιά κρίση που η ιστορία της τέχνης ως πανεπιστημιακός κλάδος διανύει σήμερα καθώς και στο γεγονός ότι δεν έχει ακόμη καταφέρει να βγει από το στάδιο συγκρότησης στο οποίο φυτοζωεί από γεννήσεώς της. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης, η εφαρμογή στο πεδίο της ιστορίας της τέχνης γνώσεων που έχουν παραχθεί από άλλους ερευνητές σε άλλα επιστημονικά πεδία είναι μια εργασία από μόνη της έγκυρη.»