Όταν έμαθε το θάνατο της αυτοκράτειρας, ο πρίγκιπας ντε Λίνι φώναξε: "Η Μεγάλη Αικατερίνη (ελπίζω πως η Ευρώπη θα επικυρώσει αυτό το όνομα που της έδωσα), η Μεγάλη Αικατερίνη δεν υπάρχει πια. Είναι φρικτές αυτές οι λέξεις! Έσβησε το πιο λαμπρό άστρο που φώτισε το ημισφαίριό μας".
Αυτός ο επικήδειος δεν προσθέτει τίποτα στην αίγλη της νεκρής. Σε όλη της τη ζωή η Μεγάλη Αικατερίνη δούλεψε για τη δική της δόξα. Στην πραγματικότητα, από πόλεμο σε πόλεμο, από κατάκτηση σε κατάκτηση, μεγάλωνε αυτή η ίδια. Αυτός ο βράχος θέλησης έχει περίπλοκη υφή. Οι ευγενικές φιλελεύθερες ιδέες της δεν την εμπόδισαν να κάνει χειρότερη τη δουλοπαροικία, μοιράζοντας τη γη και τους αγρότες στους υπηρέτες του θρόνου της ή του κρεβατιού της.
Στις ερωτικές σχέσεις της δειχνόταν σεμνότυφη στα λόγια και ξέφρενη στις πράξεις. Στα μάτια της οι άντρες ήταν όργανα ηδονής. Διάλεγε νέους, ωραίους, δυνατούς, και αν γινόταν, όχι πολύ ανόητους. Γι' αυτήν η ζωή ανάγεται πάντα σε σχέση δυνάμεων ανάμεσα στα άτομα. Οι αδύνατοι πρέπει να εξαφανίζονται. Το μέλλον ανήκει στους φιλόδοξους, τους παράφορους, τους πεισματάρηδες, τους αρσενικούς. Ωστόσο, αυτοί οι αρσενικοί μπορούν να έχουν την εξωτερική γοητευτική μορφή μιας γυναίκας. Η ίδια δεν είναι η απόδειξη;
Τι εκτιμούσε στον κόσμο; Το γέλιο, τα βιβλία, τους άντρες, τα ζώα, τα δέντρα, τα παιδιά! Τίποτε όμως από αυτά δεν την απομάκρυνε ποτέ από την πολιτική. Μανιώδης στη δουλειά. Και, ταυτόχρονα, κόλακας. Μικρή Γερμανίδα πριγκίπισσα, θέλησε να ενσαρκώσει τη Ρωσία, αυτή που δεν είχε ούτε μια σταγόνα ρώσικο αίμα στις φλέβες της. Κι αυτό το τιτάνιο έργο είναι ίσως το μεγαλύτερό της επίτευγμα.
Το βιβλίο αφιερώνει μόλις 10-20 σελίδες στα έργα της Αικατερίνης και στην ιστορική περίοδο όπου έβαλε την σφραγίδα της. Δυστυχώς τα μεγάλα επιτεύγματά της παρουσιάζονται τηλεγραφικά, σαν να είναι δευτερεύοντα και αφήνουν ανικανοποίητο τον αναγνώστη. Οι μοναδικές σχεδόν πηγές του συγγραφέα είναι οι Γάλλοι διπλωμάτες και αυλικοί που φυσικά εκφράζουν την πολιτική της χώρας τους και τα γραπτά τους έχουν σημαντική δόση κακίας. Οι 550 σελίδες του βιβλίου περιέχουν προσωπικά συμβάντα, κουτσομπολιά και, συχνά φαρμακερά, πικρόχολα σχόλια που διέδιδαν στην Ευρώπη και τα οποία επαναλαμβάνονται σαν αδιαμφισβήτητες αλήθειες. Η Γαλλία από τα χρόνια του Φραγκίσκου Α’ πάντα υποστήριζε και συχνά συμμαχούσε με τους Τούρκους αδιαφορώντας για την βλάβη που προξενούσε στην Ανατολική Ευρώπη και στους υπόδουλους χριστιανικούς λαούς των Οθωμανών. Αυτή η πολιτική μπορεί να εξηγεί την στάση όλων αυτών των Γάλλων αλλά δεν ενισχύει καθόλου την αξιοπιστία τους.
Η περιγραφή όλης της Ρωσσικής αριστοκρατίας είναι ειρωνική, κακεντρεχής, με εμφανή την προσπάθεια μείωσής τους. Ο τσάρος Μέγας Πέτρος «είχε συνηθίσει τον λαό στο κνούτο». Η τσαρίνα Ελισσάβετ είναι « στολισμένη σαν λειψανοθήκη» ή «σαν καρνάβαλος», «πελώρια», «πνιγμένη στο λίπος», «ελάχιστα μορφωμένη», «κακοαναθρεμμένη», «ματαιόδοξη, μνησίκακη» και κυβερνούσε «κατά τα κέφια της». Είναι «σκληρή», «τεμπέλα», «σπάταλη» και «αδιάντροπη». Επιπλέον «συζητάει με τις εικόνες» (μάλλον εννοώντας ότι προσεύχεται). Ο μόνιμος εραστής της Αλέξης Ραζουμόφσκι, ικανός σύμβουλος, καλός φίλος της και τελικά μυστικός της σύζυγος, είναι «μετακινούμενη λιχουδιά». Η νέα Αικατερίνη «μιλά με γερμανική προφορά» και οι «στρατιώτες καταπάτησαν τον όρκο τους για ένα βαρέλι μπύρα» όταν την έφεραν στην εξουσία. Όταν πια έχει μεγαλώσει είναι «παχιά, ασθμαίνουσα, ξεδοντιασμένη». Ο γιός της Παύλος Α’ είναι «παράφρων» και «υπερόπτης», ενώ το πρόσωπό του θυμίζει «πίθηκο». Ο εγγονός της Αλέξανδρος Α’, ο νικητής του Ναπολέοντα είναι «Ελβετός μικροαστός». Οι σκληραγωγημένοι, εμπειροπόλεμοι, δαφνοστεφείς Ρώσσοι στρατηγοί (Σουβόροφ, Ρέπνιν, Ρουμιάντζεφ, Ποτέμκιν, Ούσακοφ κ.α.) είναι «βαρυστολισμένοι». Ο Αλέξης Ορλώφ, ο νικητής του Τσεσμέ και κατακτητής του Αιγαίου έχει «χαρακωθεί σε καμπαρέ». Ο Βαλεριανός Ζούμπωφ, νικητής των Περσών και κατακτητής του Αζερμπαϊτζάν επιστρέφει «συντετριμμένος». Και το αποτέλεσμα «αιματηρών αγώνων και ανήκουστων θυσιών» είναι «λιγοστά εδαφικά κέρδη» για την Ρωσσία ! Η διανομή της Πολωνίας είναι «έγκλημα». Ο θρήνος του λαού για τον θάνατο της Αικατερίνης είναι «γελοιότητες».
Παρ’ όλο που η καταγωγή του συγγραφέα είναι Αρμενογερμανική από την παλιά Ρωσσία, έχει τόσο εκγαλλιστεί που βρίσκει ελάχιστες καλές κουβέντες να γράψει για τους Ρώσσους. Φαίνεται ότι δεν μπορεί να συγχωρήσει τους κοζάκους στο Παρίσι ούτε την θριαμβευτική είσοδο του τσάρου Αλέξανδρου στην κατακτημένη πόλη το 1814.
Δυστυχώς το βιβλίο δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη ιστορία και σε μεγάλο μέρος ούτε καν ιστορία. Θα έπρεπε να μειωθεί στο μισό και να αφαιρεθούν τα επίθετα και οι χαρακτηρισμοί προσώπων που δεν προσφέρουν τίποτα χρήσιμο στον αναγνώστη.