Το πένθος είναι ένα στοιχείο της φύσης. Έχει το δικό του κύκλο, όπως ο άνθρακας, ή το άζωτο. Το πένθος δεν εξαφανίζεται, δεν λιγοστεύει, ποτέ. Περνάει απ’ τη μία κατάσταση στην άλλη. Μπαινοβγαίνει μέσα σε όλα. [...]
Στην κορυφογραμμή ξεχώριζε μια σκιά. Όλα πολύ κοντά: η λίμνη, η πλαγιά, τα βράχια· και πίσω τους η απόκρημνη κορυφογραμμή που σκαρφάλωνε έξω απ’ τη χιονοθύελλα κι έμπαινε μέσα στα χαμηλά σύννεφα. Εκεί ακριβώς, πάνω στην κόψη του ξυραφιού, εκεί που το βουνό χανόταν μες στο σύννεφο, εκεί είχα δει μια φιγούρα σκοτεινή, ογκώδη. Έτριψα με το χέρι μου τα κρυσταλλάκια που είχαν μαζευτεί στις βλεφαρίδες μου. Όταν ξανάνοιξα τα μάτια και κοίταξα, είχε εξαφανιστεί.
Έφτιαξα ένα λοξό στέγαστρο στερεώνοντας τον μπλε μουσαμά σ’ ένα βράχο, καθάρισα το μέρος απ’ τις μικρότερες πέτρες, για να ξαπλώσω στα μαλακά, σκεπάστηκα και κοιμήθηκα. Κοιμήθηκα βαριά, χωρίς όνειρα, χωρίς να με πνίγει το πένθος· κοιμήθηκα και ξύπνησα στο σχεδόν απόλυτο σκοτάδι, άκουσα το τιπ ταπ του χιονιού πάνω στο μουσαμά, ξανακοιμήθηκα. Ξύπνησα με τη σκέψη ότι η φιγούρα που είχα δει ήταν αρκετά μεγάλη· θα μπορούσε να είναι άλκη. Σκέφτηκα ότι δεν είχα δει χνάρια, καμιά πατημασιά άλκης· κι αναρωτήθηκα αν ήταν καλό ή κακό να λαχταράς πράγματα που δεν υπάρχουν.