Σκιές του Νότου
Άτοκες δόσεις με ή χωρίς πιστωτική
Συνήθως αγοράζονται μαζί...
«Σκιές του Νότου» του Λάζαρου Αλεξάκη είναι μια απεικόνιση του καλοκαιριού του 1987, όπου η ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας και οι καθημερινοί μύθοι συνθέτουν το σκηνικό μιας επαρχιακής πόλης. Το βιβλίο εξερευνά τη ζοφερή πραγματικότητα των ηρώων που αναζητούν τις ονειρώξεις τους σε ηλεκτρικά τοπία, μέσα από μια ιστορία γεμάτη ανατροπές και συγκρούσεις.
Ο Γιώτης, ιδιοκτήτης του μπαρ «Νότος», εμπλέκεται σε μια σκοτεινή υπόθεση όταν αποφασίζει να βοηθήσει τη δημοσιογράφο Μαρλίνα να ερευνήσει ένα ατύχημα. Η πλοκή φέρνει σε επαφή μπάτσους, βαποράκια και αθώους περαστικούς, όλοι τους σε μια αέναη αναζήτηση της σωτηρίας, που όμως αποδεικνύεται μάταιη.
Η γραφή του Αλεξάκη είναι γεμάτη ένταση και εικόνες που αποτυπώνουν τον παλμό της εποχής. Χρησιμοποιεί έναν λυρικό αλλά και σκληρό τόνο, που αναδεικνύει την ατμόσφαιρα των νυχτερινών σκηνικών και τις εσωτερικές αντιφάσεις των χαρακτήρων.
Αν αναζητάς μια ιστορία που συνδυάζει την ατμόσφαιρα της εποχής με μια βαθιά ανθρώπινη αναζήτηση, οι «Σκιές του Νότου» είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί. Μη χάσεις την ευκαιρία να βυθιστείς σε αυτό το μοναδικό λογοτεχνικό ταξίδι.
Το καλοκαίρι του 1987 είναι η καρδιά μιας ακόμα χρονιάς αμπαλαρισμένης με την ψευδαίσθηση μιας παντοδυναμίας συγκροτημένης από καλοστημένα ψέματα και απτούς, καθημερινούς μύθους.
Πομπές εφήβων οδεύουν προς ένα ηδονικό, τεχνικολόρ μέλλον, με τα κοπάδια των ορμών τους να κατασπαράζουν τις νύχτες τους.
Ήρωες της διπλανής πόρτας αναζητούν τις ονειρώξεις τους σε ηλεκτρικά τοπία.
Ένας κύκλος αίματος ξεκινάει όταν ο Γιώτης, ο ιδιοκτήτης του Νότου, ενός παραλιακού μπαρ μιας επαρχιακής πόλης, αποφασίζει να βοηθήσει μια δημοσιογράφο της Μεσογείου, τη Μαρλίνα, να εξιχνιάσει το παράξενο ατύχημα ενός νεαρού.
Μπάτσοι και βαποράκια, ντίβες και χαρτοπαίκτες, ευσυνείδητοι δολοφόνοι και αθώοι περαστικοί παρασύρονται σε μια ιλιγγιώδη πορεία προς το κενό, για να ανακαλύψουν ότι μπορούν να κάνουν τα πάντα, εκτός από το να σώσουν τους εαυτούς τους.
«Στην άκρη του μπαρ καθόταν ο Μάρλεϊ. Ερχόταν κάθε βράδυ για να ακούσει τα ίδια τραγούδια, σιγοπίνοντας ένα Southern Comfort.
Όταν έμπαινε το I shot the sheriff ή το Knockin’ on Heaven’s, κουνούσε τους ώμους αργά στον ίδιο, απαράλλαχτο ρυθμό που έπαιζε στο κεφάλι του χρόνια τώρα.
Αυτός και δυο τρεις ακόμα ήταν σαν να προϋπήρχαν σε αυτές ακριβώς τις θέσεις, να κάθονταν στο κοσμικό πουθενά, σε μια αστρική λεωφόρο περιμένοντας να χτιστεί το μπαρ γύρω τους.
Ο Γιώτης πίστευε ότι αυτοί οι τύποι ήταν η κόλλα που κρατούσε κολλημένο το σύμπαν.
Αν σταματούσε να κουνάει τους ώμους ο Μάρλεϊ, η Γη θα έχανε τον ρυθμό της, το μπητάκι της, την αιώνιά της γκρούβα. Θα ξεκουρδιζόταν και σιγά σιγά θα σταματούσε.
Κανείς δεν θα γουστάριζε πια, τα δέντρα θα μαραίνονταν, τα ποτάμια θα στέρευαν και οι σαύρες θα σταματούσαν να πηδιούνται.
Γιατί, κύριοι, χωρίς την γκρούβα είμαστε χαμένοι, σκέφτηκε ο Γιώτης και ήπιε άλλη μια τζούρα».
