Ο Παπατριανταφυλλόπουλος γεννιέται το 1951, λίγο μετά το τέλος του Εμφυλίου, στα Βραχναίικα του Νομού Αχαΐας. Η σφοδρότητα του Εμφυλίου στην Πελοπόννησο έχει επηρεάσει τη σύνθεση του πληθυσμού. Στην απογραφή του 1940 η «Κοινότης Βραχναιίκων» αριθμεί 1874 ανθρώπους, ενώ τη χρονιά γέννησης του Παπατριανταφυλλόπουλου, παρά τον αιματηρό Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον ακόμα πιο αιματηρό Εμφύλιο, ο πληθυσμός έχει αυξηθεί. Η άνοδος των αριθμών, παρά τα ανθρώπινα θύματα της ταραγμένης περιόδου με τη διάλυση του οικονομικού και κοινωνικού ιστού, αντανακλά ακριβώς αυτές τις ιστορικές ανισορροπίες, καθώς τα Βραχναίικα προσφέρουν τη σχετική ασφάλεια της αστυφιλίας: Ήταν η μεγαλύτερη κοινότητα στην Επαρχία Πατρών και απέχει μόλις δώδεκα χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα του νομού. Ο Παπατριανταφυλλόπουλος λοιπόν μεγαλώνει σε μια ημιαγροτική-ημιαστική κωμόπολη μέσα σε φτωχική οικογένεια, όπου ο πατέρας αναγκάζεται να κάνει δύο δουλειές (αγρότης και κουρέας - ο βιοπορισμός του πατέρα αντανακλά και τον κοινωνικό-οικονομικό προσανατολισμό των Βραχναίικων) για τα προς το ζην.
Παρόλο που δεν φαίνεται να έχει εκτεθεί στα παιδικά και στα εφηβικά του χρόνια σε κανενός είδους σπουδαία ή έστω ελάσσονα ζωγραφική ούτε και έχει επιδείξει κάποιο πρώιμο έμφυτο ταλέντο στον τομέα αυτό, τύχη αγαθή θα τον φέρει κοντά στον συνομήλικό του Γιώργο Μπογδανόπουλο, ο οποίος αργότερα ήταν imitator maximus της βυζαντινής ζωγραφικής. Άλλη αγαθή τύχη, ίσως μεγαλύτερη, η οικογένειά του· ο πατέρας με τις δυο δουλειές θα του επιτρέψει να σπουδάσει αρχικά Αγιογραφία και θα τον αφήσει ελεύθερο από πάσα βιοτική μέριμνα-υποχρέωση (ο Παπατριανταφυλλόπουλος χρειάστηκε βέβαια να δουλεύει πάντοτε, ακόμα και σε δουλειές άσχετες με την πραγματική του κλίση, για να ζήσει τον εαυτό του πρώτα και τη δική του οικογένεια αργότερα). Για τον σκοπό αυτό φτάνει κατά το δυστυχισμένο πολιτικά και καλλιτεχνικά 1969 στην Αθήνα. Αλλά το κλίμα δεν σηκώνει και πολύ πια τη ζωγραφική. [...] (Απόσπασμα από το "Σχεδίασμα εισαγωγής στο έργο του Κώστα Παπατριανταφυλλόπουλου")