Το παρόν έργο αποτελεί μια πρώτη ερμηνευτική προσέγγιση του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος ψηφίσθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων στις 6.6.2019 με έναρξη ισχύος την 1.7.2019. Από την έναρξη ισχύος του καταργείται ο ΚΠΔ που κυρώθηκε με τον Ν 1493/1950, όπως μεταγλωττίστηκε με το ΠΔ 258/1986.
Ο νέος Κώδικας προωθεί μια πολύπλευρη μεταρρύθμιση στην κατεύθυνση ενίσχυσης της αξιακής δομής του, αλλά και της λειτουργικότητάς του. Ενσαρκώνει ένα πλήρως ανανεωμένο και εναρμονισμένο με τις σύγχρονες δικαιοκρατικές απαιτήσεις μοντέλο ποινικής διαδικασίας, το οποίο προέκυψε αφενός μέσα από τη συσχέτιση και αξιοποίηση όλων των προηγούμενων προσπαθειών κωδικοποίησης και όλων των επιστημονικών θέσεων των τελευταίων είκοσι ετών και αφετέρου μέσα από την επιστημονική εξέλιξη των ευρωπαϊκών δρωμένων στον χώρο του Δικαίου (Αποφάσεις - πλαίσιο, Συμβάσεις, Οδηγίες, Κανονισμοί κ.ά.), αλλά και τη συνεκτίμηση συγκριτικών στοιχείων από μια σειρά ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων.
Η προώθηση νέων θεσμών στο πλαίσιό του υπακούει μεν στην ανάγκη ταχείας απονομής της δικαιοσύνης, εντάσσεται ωστόσο απρόσκοπτα στη λογική ενότητα του δικονομικού συστήματος και νομιμοποιείται αναλόγως. Ειδικότερα, ο νέος Κώδικας ενδυναμώνει τη θεσμική διάσταση των δικαστικών προσώπων, κατοχυρώνοντας έτι περαιτέρω την ανεξαρτησία και αμεροληψία τους, ενισχύει τον ρόλο και τα δικαιώματα των διαδίκων, επαυξάνει τον θεσμικό ρόλο του συνηγόρου, προωθεί την ταχύτερη εκδίκαση των υποθέσεων με την εισαγωγή νέων εναλλακτικών θεσμών (όπως της αποχής από τη δίωξη, της ποινικής διαταγής, της ποινικής συνδιαλλαγής και της ποινικής διαπραγμάτευσης), εξισορροπεί την κατανομή δικαστικής ύλης στα στάδια της δίκης και, γενικότερα, συστηματοποιεί τους επιμέρους θεσμούς ενσωματώνοντας τις σύγχρονες δικαιοκρατικές αξιώσεις της ευρωπαϊκής δικαιοταξίας.