Λισαβόνα 1995. Tρία αδέλφια, που μεγάλωσαν στην Aγκόλα και έχουν επιστρέψει πλέον στην πατρίδα τους, έχουν να ειδωθούν δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Eίναι Xριστούγεννα και ο μεγαλύτερος αδελφός (είναι μιγάς, η ντροπή και το μυστικό της οικογένειας) αποφασίζει να καλέσει σε δείπνο τα άλλα δύο αδέλφια του: τη συντηρούμενη από τους πλούσιους εραστές της αδελφή του και τον επιληπτικό και προβληματικό αδελφό του. H συνάντηση όμως αυτή δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ: οι προσπάθειες να επικοινωνήσουν μεταξύ τους και με το παρελθόν τους δεν θα ευδοκιμήσουν. Ένα δυνατό μυθιστόρημα από τον γνωστότερο, μετά τον Σαραμάγκου, Πορτογάλο συγγραφέα, που αποτελεί ταυτόχρονα μια αλληγορία για μια χώρα η οποία, αφού απομύζησε όσα παιδιά της έστειλε στην Aφρική για να διαιωνίσουν το "Mεγαλείο της Πορτογαλίας", στάθηκε ανίκανη να τα αγκαλιάσει. O τίτλος του μυθιστορήματος, πομπώδης όσο και προβοκατόρικος, παραπέμπει στον πορτογαλικό εθνικό ύμνο.
Τρία αδέρφια, γόνοι της Πορτογαλίας μεγαλώνουν στην Ανγκόλα στα χρόνια της αποικιοκρατίας. Επιστρέφουν στην πατρίδα τους και αποφασίζουν να συναντηθούν ύστερα από 15 χρόνια, όμως το ένα εμπόδιο διαδέχεται το άλλο και δεν το κατορθώνουν.
Μέσα από τις ζωές τους αναδύεται το όραμα της Πορτογαλίας να αναδείξει το «μεγαλείο» της στην Αφρική. Ένα «μεγαλείο» πλαισιωμένο από τη φρίκη και τα δεινά εκείνων που δεν ζήτησαν να συμμετέχουν σε αυτό.
Τελικά ποιο είναι το κόστος της απόφασης των λίγων;