Τι συμβαίναι όταν μεγαλώνεις με τη βεβαιότητα ότι οι κατσαρίδες δεν είναι ζωύφια, αλλά χαφιέδες της Στάζι; Πώς νιώθεις όταν οι γονείς σου είναι εχθροί του κράτους κι εσύ το μόνο που θέλεις είναι να μην είσαι διαφορετική από τα άλλα παιδιά; Τι γίνεται όταν υποψιάζεσαι ότι ακόμα και η γιαγιά σου μπορεί να σε παρακολουθεί;
Η Κλάουντια Ρους διηγείται με χιούμορ και συναίσθημα την ιστορία των παιδικών και νεανικών της χρόνων στην Ανατολική Γερμανία. Οι ιστορίες της είναι αστείες, συγκινητικές, ταυτόχρονα γελοιογραφικές, και φωτίζουν με δημοσιογραφικό τρόπο τη σκοτεινή πλευρά του ανατολικού μπλοκ. Η Ρους δεν καταπιάνεται με σημαντικά ιστορικά γεγονότα, ούτε αναλύει δύσκολα πολιτικά θέματα. Ως παιδί που μεγάλωσε σε οικογένεια αντιφρονούντων αρκείται στο να περιγράψει την καθημερινότητά της, που αποδεικνύεται άκρως αποκαλυπτική. Χωρίς το σύνδρομο της νοσταλγίας ή της συνολικής απόρριψης, μιλάει για τις ευτυχισμένες και τις πικρές στιγμές, το διχασμό των συναισθημάτων, την ελευθερία του ορίζοντα, τις προδοσίες και τον παραλογισμό ενός συστήματος που σημάδεψε τη ζωή της.
Από τη μία πλευρά γράφει για τν ανατολική πλευρά η Κλαούντια Ρους στη Δική μου ελεύθερη γερμανική νεολαία. Μέσα από τις αναμνήσεις της, μας περνάει τα συναισθήματά της για όλα όσα βίωνε κατά την παιδική και εφηβική της ηλικία: «Υπάρχουν απώλειες στη ζωή που δεν ξεπερνιούνται ποτέ. Ας πούμε, εγώ δεν μπορώ να ξεχάσω με τίποτα ένα δεματάκι που κατάσχεσε η Στάζι και προοριζόταν ειδικά για μένα. Είχε έρθει από την Ιταλία και περιείχε ένα μπλε κασκόλ με ασορτί σκούφο. Το γράμμα που συνόδευε το δώρο έφτασε, το δέμα όχι. Δεν το ξέχασα ποτέ. Ακόμα το περιμένω.» Όμως δεν μένει μόνο στις αναμνήσεις της αυτές. Περιγράφει το φέρι μποτ για Σουηδία που ονειρεύονταν πάντα να πάρουν οικογενειακώς: «Τότε δεν ήξερα πόσοι άνθρωποι είχαν σκοτωθεί προσπαθώντας να δραπετεύσουν μέσω της Βαλτικής, ή ότι οι Σκανδιναβοί ψαράδες έβρισκαν για χρόνια, ξανά και ξανά, πτώματα στα δίχτυα τους και ότι η αγαπημένη μου θάλασσα είχε μετατραπεί σε παγίδα θανάτου από τη ΛΔΓ. Δεν είμαι σίγουρη αν θα ξαναέκανε ποτέ μπάνιο σε αυτή τη θάλασσα, αν τα ήξερα όλα αυτά.»