Το 2ο µέρος του συναρπαστικού µυθιστορήµατος ∆ΡΑΚΩΝ
απογειώνει και ολοκληρώνει την ιστορία του Ντα-Ρεν.
Τι θα έκανες; εσύ, ο Αρχηγός των χειρότερων φονιάδων της πιο αιµοβόρας Φυλής;
Εσύ, που σ’ έχει ορίσει ο ∆ιάβολος ο ίδιος Υπαρχηγό του;
Εσύ, ο τροµερότερος πολεµιστής από το ποτάµι της Μαυροφλέβας µέχρι τ’ αστέρια της ερήµου και τα τείχη του απόρθητου Βαραζάµ; Εσύ, ο Πρωτόσπαθος στην εκστρατεία των επτά πόλεων;
Τι θα έκανες; αν ο έρωτας είχε νικήσει για πάντα µέσα σου; Θα µεταµορφωνόσουν;
Αυτό το µυθιστόρηµα, δεν έχει δράκους, δράκοντες ή δράκουλες, δεν έχει ζώα που µιλάνε, ούτε ζωντανούς-νεκρούς. Έχει όµως «µάγισσες». ∆εν έχουν καµία υπερφυσική δύναµη αλλά τις ερωτευόµαστε. Έχει επίσης τέρατα, τα αρχαιότερα και µεγαλύτερα που υπήρξαν ποτέ: τους ανθρώπους. br/>
Είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Οι πολιτισµοί συγκρούονται, οι µύθοι επιστρατεύονται να κινήσουν στρατούς φανατικών. Οι άνθρωποι µεταµορφώνονται. Και ο καθένας µας έχει µια επιλογή πριν από την Τελική Μάχη: σε τι θα µεταµορφωθεί;
Όταν έγραφα την κριτική για το πρώτο μέρος της διλογίας είχα αναφέρει ότι ήταν ένα βιβλίο αρχικά που έσπασε στα δύο γιατί ποιος τρελός θα έβγαζε στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης 1100 σελίδες βιβλίο πρωτοεμφανιζόμενου;
Έτσι τα δύο πρώτα μέρη τα διαβάσαμε στο Δράκων: Γέννηση και εδώ έχουμε τα άλλα δύο μέρη.
Και ξεκινάμε από τα άσχημα πρώτα: το τρίτο μέρος, με το οποίο ξεκινάει ο τόμος, είναι από τα πιο αδύναμα μέρη του βιβλίου. Ο τρελός καλπασμός του πρώτου μέρους και η δυνατή τρεχάλα του δεύτερου δίνουν τη θέση του σε έναν τριποδισμό. Η πλοκή προχωράει, νέες τοποθεσίες και χαρακτήρες μπαίνουν όσο προχωράμε προς τη λύση του δράματος, όμως ένιωθα μία άβολη αμηχανία και, το χειρότερο, ότι η ιστορία που διάβαζα είχε σταματήσει να είναι η ιστορία του Ντα-Ρεν. Από την άλλη όμως ήλπιζα ότι απλά ο συγγραφέας μάζευε δυνάμεις για ένα σπριντ μέχρι τον τερματισμό.
Ε, στην προσδοκία μου αυτή διαψεύστηκα πανηγυρικά. Γιατί το τέταρτο μέρος είναι σαν τη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Είναι ταραχώδες, όμορφο, μεγαλιώδες και βαθύ. Είναι φορές που σε πετάει αριστερά και δεξιά στα στοιχεία της πλοκής, έχει όμως έναν δικό της ρυθμό. Ακόμα και όταν γαληνεύει για λίγο δεν ξεχνάει να σε χτυπήσει αμέσως μετά δυνατά σαν κύμα. Ήταν φορές που στην ανάγνωσή μου (γιατί όλο το τέταρτο μέρος διαβάστηκε σε μία καθησιά) ένιωθα ότι η πλοκή έκανε κύκλους γύρω από κάτι, αλλά μόνο στα τελευταία κεφάλαια κατάλαβα ότι οι κύκλοι αυτοί ήταν η μαεστρική εκείνη δίνη που τραβάει τον αναγνώστη όλο και πιο κοντά στο κέντρο της, που δένει όλα τα όσα έχουν προηγηθεί με αριστοτεχνικό τρόπο και μας δίνουν ένα τέλος αντάξιο αρχαίας τραγωδίας.
Αν θέλετε φιλολογικούς σχολιασμούς, ομφαλοσκοπήσεις για το αν είναι βιβλίο του φανταστικού ή όχι και άλλα τέτοια, διαβάστε την κριτική μου για το πρώτο μέρος. Το μόνο που έχω να γράψω για το βιβλίο, έχοντας το ολοκληρώσει, είναι ότι ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΕΙ. Είναι ένα σκληρό αλλά λαμπερό διαμάντι γεμάτο από άγρια ομορφιά, χιούμορ, συναίσθημα, επικίλα και, το κυριότερο, από την αβυσσαλέα τραγικότητα που χαρακτηρίζει την τέχνη του λαού μας.