Ερασιτέχνες Δολοφόνοι
Όταν πήρα αυτό το βιβλίο στα χέρια μου είπα στον συγγραφέα "Μην περιμένεις να το διαβάσω σύντομα". Καθώς απ' τη μία διαβάζω αργά και απ' την άλλη έχοντας να κάνω με μια συλλογή ιστοριών μυστηρίου, μια ανθολογία αν θέλετε, περίμενα να πάρω το χρόνο μου με τις αυτοτελείς ιστορίες. Από τότε, δεν έχει περάσει ούτε εβδομάδα και να που είπα τελικά άθελά μου ψέματα και βρίσκομαι να γράφω αυτό εδώ το κείμενο.
Θεωρώ πως ο λόγος που με τράβηξε τόσο το κείμενο ώστε να το διαβάζω αδιάκοπα είναι η ικανότητα του συγγραφέα να εισάγει στις ιστορίες την αμφιβολία. Είναι αμφίβολο, στα πλαίσια της κάθε ιστορίας με διαφορετικό τρόπο φυσικά, τι είναι αλήθεια, τι ψέμα, τι πραγματικό, τι μεταφυσικό, τι κρυμμένο μυστήριο και τι μας κοιτάζει στα μάτια. Σίγουρα λοιπόν πετυχαίνει να βιδώνει βαθιά ένα αίσθημα ανησυχίας και "παθητικής αγωνίας" αν μπορώ να το πω έτσι. Δεν είναι ότι καρδιοχτυπούσα για την τύχη κάποιου χαρακτήρα ή με σόκαρε μια σκηνή, μα με περιέβαλλε η ατμόσφαιρα και με οδήγησε γλυκά και αγωνιωδώς στην έκβαση της κάθε ιστορίας. Στηρίζεται για μένα στο ατμοσφαιρικό, οργανικό μυστήριο, στον μύθο του κάθε αποσπάσματος παρά στην πιο αστυνομική πλοκή, με κατεύθυνση προς την επίλυση και εξήγηση κάποιου γεγονότος/φαινομένου. Και αυτά τα γράφω ως πολύ πολύ θετικά.
Με δυο λόγια, πρόκειται για οκτώ ιστορίες μυστηρίου με κοινή θεματική τον θάνατο. Δεν θα ήθελα να μπω σε λεπτομέρειες για το πως, ποιος και γιατί ωστόσο γιατί θα ήταν κρίμα. Είναι αυτοτελείς, αν και υπάρχει μια κάποια αμυδρή συνοχή κάποιων ιστοριών. Πάντως, δεν είναι κεντρική ιδέα που ενώνει συνεκτικά όλο το έργο ένας κοινός αφηγητής που καταλήγει στο τέλος να αποκαλύπτεται όπως βλέπουμε συχνά. Εδώ η κάθε ιστορία μπορεί να σταθεί και μόνη και να διαβαστεί, θεωρώ, με οποιαδήποτε σειρά. Θεωρώ πως ίσως η σειρά θα έπρεπε να είναι και λίγο διαφορετική.
Μιλώντας για τις ιστορίες, όπως σε κάθε συλλογή ιστοριών και ανθολογίες, άλλες ιστορίες θα είναι καλύτερες και άλλες χειρότερες. Θα είμαι ειλικρινής και θα πω πως οι πρώτες δύο δεν με ενθουσίασαν.
Η πρώτη μου φάνηκε τόσο στη θεματική όσο στο πως εξελίσσεται αρκετά... τετριμμένη. Σα να έχω διαβάσει και δει και ακούσει και ξέρω από κάπου ήδη αυτού του είδους την ιστορία, αυτό το μοτίβο.
Η δεύτερη νομίζω ότι κράτησε πολύ περισσότερο απ' όσο χρειαζόταν, μιας και ήταν έκδηλο το τι συνέβαινε απ' την αρχή σχεδόν και θεωρώ τράβηξε υπερβολικά για να φτάσει σε ένα λίγο πολύ αναμενόμενο και χλιαρό τέλος.
Εδώ να τονίσω πως, μπορεί να εκφράζω μια κάποια δυσαρέσκεια για τις δύο αυτές ιστορίες, μα δεν σημαίνει πως είναι κακά κείμενα. Πάντα μιλάω σε σχέση με τις υπόλοιπες, που εκτινάσσονται απότομα κατά τη γνώμη μου.
Η τρίτη, τέταρτη και πέμπτη ιστορία μου άρεσαν απ' την αρχή ως το τέλος, τόσο σε ύφος, μορφή, δομή και ιδέα. Και το ότι είναι αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους μα ενώνονται στο κοινό συναίσθημα του μυστηρίου (που όπως ανέφερα στην αρχή διέπει όλο το βιβλίο) τις κάνει τόσο διαφορετικές μα και τόσο συγγενικές. Κι αυτό είναι πανέμορφο.
Η έκτη, η μεγαλύτερη σε έκταση και μάλλον καλύτερη ιστορία. Η καρδιά του βιβλίου θα έλεγα εγώ, το πιο ατόφιο για μένα δείγμα του "τι είδους ιστορίες λέει ο Λευτέρης Μπούρος;" Αν κάποιος είχε αμφιβολίες ή ήθελε ένα δείγμα γραφής του συγγραφέα, ξεκάθαρα θα του πρότεινα την έκτη ιστορία. Αν κάποιος ήθελε μια καλή σε όλα τα επίπεδα ιστορία μυστηρίου, πάλι θα του πρότεινα την έκτη ιστορία. Αν κάποιος δεν διάβαζε γενικώς τέτοιου είδους μυστήριο, θα του έδινα την έκτη ιστορία για να τον μεταπείσω.
Η έβδομη είναι μια έξυπνη και αρκετά καλή ιστορία φαντασμάτων(;) στο στρατό, σα να λέμε ένα πολύ καλό, φρέσκο και μεστό "reindition" της λίγο-πολύ γνωστής ιστορίας "Η Σκοπιά της Γριάς", ενώ η όγδοη είναι η πιο σύντομη και "μοντέρνα" ιστορία, χωρίς ωστόσο να έχει κάτι να ζηλέψει απ' τις υπόλοιπες.
Οι ιστορίες ήταν οχτώ. Κι εγώ τελειώνοντας το βιβλίο έμεινα με την εξής σκέψη: Θα μπορούσα να διαβάσω οχτώ, ογδόντα και οχτακόσιες τέτοιες ιστορίες απ' τον Λευτέρη Μπούρο με μεγάλη ευχαρίστηση.
Trusted Customer
Trusted Customer
Trusted Customer
Trusted Customer
Trusted Customer
Trusted Customer