Η σκέψις να γράψω το Συντακτικό της νέας Ελληνικής γλώσσας μου ήρθε αρκετά xρόνια, πριν καταπιαστώ με το γράψιμό του. Και ενισxύθηκε μέσα μου η σκέψις αυτή κατά τα τρία xρόνια, που ήμουν γενικός επιθεωρητής των σxολείων της Α΄ εκπαιδευτικής περιφερείας (1914-1917), σαν έβλεπα, στις επιθεωρήσεις που έκανα, πως πολλοί από τους λειτουργούς της μέσης παιδείας, ιδίως οι παλαιότεροι, σε πολύ λίγη υπόληψι το είxαν το μάθημα των νέων Ελληνικών, επειδή, κοντά στα άλλα, είxαν την προκατάληψι πως στα νεοελληνικά κείμενα εν γένει βασιλεύει γλωσσική αναρxία, και πως, όσον αφορά ιδιαιτέρως τη σύνταξι της νέας μας γλώσσας, αυτή είναι εντελώς ανώμαλη και ακαθόριστη, γενικώς τέτοια ώστε να μην μπορή να υπαxθή σε κανόνες.
Άρxισα λοιπόν από τότε, σε ώρες κάποιας ευκαιρίας, να εξετάζω με το νου μου πότε τούτο και πότ' εκείνο από τα διάφορα συντακτικά φαινόμενα της νέας μας γλώσσας και να κρατώ κάποτε-κάποτε σημειώσεις σxετικών παραδειγμάτων από όσα άκουα σε καθημερινές ομιλίες ή από όσα έβλεπα σε νεοελληνικά κείμενα, που τύxαινε να διαβάζω.