Πριν από το θάνατο του άντρα της, η Ετσούκο είχε ήδη μάθει ότι η ζήλια είναι ανώφελη αν δεν μπορεί να ελεγχθεί. Έτσι, όταν φτάνει ως νεαρή χήρα στο κτήμα της οικογένειας του μακαρίτη κοντά στην Οσάκα, η Ετσούκο είναι αποφασισμένη να συγκρατήσει τα συναισθήματά της. Δέχεται σιωπηλά τους νυχτερινούς εναγκαλισμούς του πεθερού της, ενώ μέσα της φουντώνει ένα καινούριο κρυφό πάθος. Ο Σάμπουρο είναι ένα απλό χωριατόπαιδο, αλλά η Ετσούκο ξέρει ότι αυτό που νιώθει για το ωραίο, απλοϊκό παλικάρι είναι το μόνο γνήσιο αίσθημα που έχει μέσα της. Το μόνο που έχει σημασία είναι να του δείξει τη γνησιότητά του και να πάρει μια απάντηση. Ζήλια, έρωτας, πάθος, μίσος – όλα μπορεί να τα ελέγξει όσο υπάρχει ελπίδα.
Καθώς όμως η ελπίδα αυτή ξεφτίζει ολοένα και πιο πολύ, το πάθος της ανήμπορης Ετσούκο παίρνει μια δύναμη που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από μια αποτρόπαιη πράξη βίας.
Το βιβλίο είναι ένα βραδύκαυστο δράμα μικρών διαστάσεων, της ιαπωνικής κοινωνίας. Τα πάθη της ψυχής των πρωταγωνιστών υπογράφουν την τελευταία πράξη της τραγωδίας υποδαυλίζοντάς την. Η ανοίκεια έκφραση ξενίζει μεν, αλλά εκεί που τελειώνει το βιβλίο την έχεις συνηθίσει με αποτέλεσμα να θες και άλλο.