Έχεις θυμώσει ποτέ τόσο πολύ, που το να χτυπάς πράγματα σου φαινόταν απελευθερωτικό;
Έχεις νιώσει ποτέ τέτοιο κενό, που η ίδια σου η απάθεια σε έκανε να νιώθεις σχεδόν ναρκωμένος;
Τα τελευταία χρόνια για μένα ήταν κάπως έτσι. Μια διαρκής διαδρομή ανάμεσα στην οργή και την αδιαφορία, χωρίς καμία στάση ενδιάμεσα.
Κάποιοι με μισούν. Άλλοι με φοβούνται. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να με πληγώσει, γιατί δεν με νοιάζει τίποτα.
Εκτός από την Τέιτ.
Την αγαπώ τόσο πολύ, που τη μισώ γι’ αυτό. Κάποτε ήμαστε φίλοι, μέχρι που κατάλαβα πως δεν μπορούσα να εμπιστευτώ κανέναν.
Κι έτσι την πλήγωσα. Την έσπρωξα μακριά μου.
Όμως εξακολουθώ να τη χρειάζομαι. Την προκαλώ, τη δοκιμάζω, τη σπρώχνω στα άκρα. Είναι η εξάρτησή μου, ο αέρας μου, το τελευταίο κομμάτι της ζωής μου που με κάνει να νιώθω ακόμα άνθρωπος.
Μέχρι που έφυγε για έναν χρόνο και γύρισε αλλιώτικη.
Τώρα, όταν την πιέζω, με πιέζει κι εκείνη.
Και δεν είμαι σίγουρος ποιος από τους δυο μας θα λυγίσει πρώτος.